Λέξεις και ψίθυροι
Σάββατο βράδυ... Η ώρα περνούσε και αυτός δεν έλεγε να εμφανιστεί... Εδώ και δέκα λεπτά οι δείκτες του ρολογιού είχαν περάσει τις εννιά, δυο ώρες αφότου είχε δώσει ραντεβού. Η Στέισι είχε ήδη αρχίσει να απελπίζεται, “Και αν δεν έρθει;” σκεφτόταν… “Καλύτερα να μην έρθει…”, “Δεν ξερω - δεν ξερω - δεν ξερω… “. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν βασανιστικά, η αίσθηση του χρόνου είχε χαθεί, σαν χρόνια που αναγκάζουν το λουλούδι να ανθίσει, σαν την προσμονή του κατσικιού σε κάποια πασχαλιάτικη σούβλα, σαν ταινία παλιά που τέλος δεν έχει, σαν τα χιόνια…. Είναι δύσκολο να δίνεις ραντεβού στο περίπτερο μπροστά απ’το Γυράδικο στην Τούμπα, οι αισθήσεις αμέσως διεγείρονται και οι σκέψεις τρέχουν πάντα προς καλύτερες εποχές, εποχές που όλοι μας ενδόμυχα όλοι ποθούμε αλλά γνωρίζουμε καλά πως ποτέ δεν μπορούμε να ξαναζήσουμε….
Η Στέισι είχε ραντεβού με τον Κορνήλιο. Ένα πρότυπο άνδρα, κοντά στα 32 αλλά όχι πάνω από 35, μελαχροινός στην όψη, με μαλλιά ανοιχτόχρωμα, σχεδόν θα έλεγε κάποιος σαντρέ με αποτυχημένο ρεφλέ, ασορτί με το μουσταρδί Timberland μποτάκι, κατάλοιπο του καθημερινού μόχθου της πορείας του προς την ενηλικίωση. Μια ενηλικίωση που οι κύριες πράξεις παίχτηκαν στα αχανή βαμβακοχώραφα του Κιλκίς, με συνοδεία τραγικών καταστάσεων στο ρόλο της μήτρας της ζωής που σφυρηλάτησε τον Ήρωα μας.
Κάπου, όχι πολύ μακριά, ο Κορνήλιος, έμοιαζε σαν χαμένος στις σκέψεις του…. Ήταν πια συνήθεια καθημερινή, να πηγαίνει στο γνώριμο γι αυτόν περίπτερο προς αναζήτηση της μοναδικής συντροφιάς, στην μοναξιά του: τα αγαπημένα του περιοδικά πορνό με δώρο 2 dvd για τη συλλογή του. “Το καλό το τσοντικό, απ’το βυζάκι στο εξώφυλλο φαίνεται…” θυμήθηκε το παλιό γνωμικό και χαμογέλασε διακριτικά… “Κορνήλιε!”, μια φωνή διέκοψε τις σκέψεις του. “Κορνήλιε!”, ξανακούστηκε. Ήταν η Στέισι, το πρώτο του ραντεβού εδώ και 3 χρόνια… “Ήρθε νωρίς…” σκέφτηκε, “πρέπει να ναι απελπισμένη”. Τα μάτια της στιγμιαία θόλωσαν καθώς η χαρά που την διαπέρασε της κατέστησαν το ΚΝΣ σε μια κατάσταση αμοκ. Πρωτόγνωρο ακόμα και για αυτήν. “Μα τι χαζή που είμαι, ήταν ακριβώς δίπλα μου” είπε από μέσα της κι αμέσως έτρεξε να βγάλει μια γκαζόζα από το ψυγείο που ήταν δίπλα του, ενώ αυτός ακόμα ανακάτευε τα περιοδικά. Το ραντεβού πλέον μπορούσε να ξεκινήσει….
Ξεκίνησαν να περπατάνε προς τον “ναό”. Έτσι αποκαλούσαν το γήπεδο της τοπικής ομάδας οι φίλαθλοι. Στην πορεία η Στέισι ήθελε να του πιάσει το χέρι, αλλά της φάνηκε υπερβολικό. Είχαν περάσει άλλωστε μόνο 10 δευτερόλεπτα που ήταν μαζί. “Είναι πολύ νωρίς” σκέφτηκε. Τα μαλλιά της ήταν αρκετά πρόχειρα για κομμώτρια, αλλά είχε καλή δικαιολογία, καθώς ο καυτός λίβας που φυσούσε το τελευταίο δίωρο την είχε αναγκάσει να τα μαζέψει και να τα ξαναφήσει ελεύθερα αρκετές φορές. “Έτσι είναι πιο όμορφα / σκάω ρε γαμώτο! / πρέπει να είμαι όσο πιο σέξυ μπορώ / πουτάνα ζέστη! / Ο χειμώνας έρχεται...”, οι σκέψεις διαδέχονταν η μία την άλλη με τρομαχτική για το επάγγελμά της ταχύτητα. Τίποτε όμως δε μπορούσε να αποστρέψει το βλέμμα της από τα ανεκδιήγητα “εξωτικά” μαλλιά του Κορνήλιου, “Μα που τα βάφεις έτσι ρε αγάπη μου; γελάει ο κόσμος…”, σκεφτόταν και το μόνο που ήθελε ήταν να βυθίσει τα δάχτυλα της ανάμεσα στις μπούκλες του. “Είναι το καμπίσιο νερό που δίνει την αίσθηση του αποτυχημένου σαντρέ στα μαλλιά μου…”, είπε χαριτολογώντας ο Κορνήλιος, λες και ήταν στο μυαλό της τόση ώρα. “Μα πως…” ψελισε η Στέισι. “Σώπασε μικρή μου, είναι πλούσιο σε άλατα και θειούχες ενώσεις το νερό του Κιλκίς, και επηρεάζει το χρώμα του μαλλιού… Όσο και να ήθελα να μοιάζω με τραβέλι μπετατζή, δεν γίνεται, ολάκερος Σαλονικιός;” συνέχισε ο Κορνήλιος και αμέσως ένα σκίρτημα, μια πρωτόγνωρη ανατριχίλα, διαπέρασε το φιλήδονο, αλλά συνάμα αθώο κορμάκι της Στέισι. Δεν πρόλαβε να ψελλίσει κάτι, όταν ξαφνικά την άρπαξε στα στιβαρά και σκληροτράχηλα απ’ το λιοπύρι χέρια του, και όλο νόημα είπε “Μωρή μαλάκω, παίζει ο ΠΑΟΚ σήμερα και ξεχαστήκαμε! Τζάμπα πήρα το διαρκείας;” Δεν καταλάβαινε και πολλά από την αδιανόητη αργκό του Κορνήλιου, παρόλα αυτά, δεν του έφερε καμιά αντίρρηση και τον ακολούθησε στο γήπεδο, καθώς το ματσάκι είχε ήδη αρχίσει και ο Τζαβέλλας είχε μόλις κερδίσει κόρνερ σε πολύ πλεονεκτική θέση.
Το ματς πλησίαζε στο ημίχρονο και η “αρρώστια” του Κορνήλιου όπως την αποκαλούσε βρισκόταν πίσω στο σκορ με 3-0. Δεν θα τον πείραζε τόσο αν ο αντίπαλος δεν ήταν το μισητό σωματείο του Πειραιά, μια ομάδα που ήταν ξεκάθαρα ότι καλύτερο κυκλοφορούσε στα ελληνικά γήπεδα. Ο Κορνήλιος το γνώριζε αυτό αλλά τυφλωμένος από το μίσος του άρχισε να επιδίδεται σε έναν ασταμάτητο μονόλογο όπου οι οκτώ στις δέκα λέξεις ήταν ακατάλληλες ακόμα και για πόρνη σε κωλόμπαρο της παλιάς εθνικής οδού Αθηνών-Λαμίας. Εκείνη όμως, στεκόταν δίπλα του στο γήπεδο και με κάθε βωμολοχία που εκτόξευε τον έβρισκε και λίγο πιο γοητευτικό, λίγο πιο “γκάβλα”, όπως αρέσκονταν να λέει με τις πελάτισσες της στο μικρό χώρο που νοίκιαζε για κομμωτήριο σε ένα στενό της Άνω πόλης. Τα μαλλιά του δεν ήταν τόσο τραγικά πια, ίσα-ίσα της φαινόταν “ψαγμένα” και “in” και “hot” και “wtf” που λεν οι νέοι. Δεν άντεξε. Προσπάθησε, αλλά δεν τα κατάφερε.
Του το έπιασε.
Συνεχίζεται.....
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου