Τις Παρασκευές οι προπονήσεις τελειώνουν σχετικά νωρίς. Είχε πάει 6 το απόγευμα, κι έξω από το προπονητήριο, μια μορφή εξουθενωμένη περπατάει αργά, αλλά σταθερά προς το αυτοκίνητο. Ήταν ένα σιέλ Opel Corsa OPC, full extra, πρόσφατα αποκτηθέν από το νεαρό ποδοσφαιριστή, που μόλις είχε υπογράψει συμβόλαιο με “μεγάλη ομάδα της πρωτεύουσας που δεν αγωνίζεται πλέον στη super league”. Ειδική παραγγελία, με χοντρή εξάτμιση, φιμέ τζάμια, στα 1800 κυβικά με 220 άλογα, και τελική να ξεπερνά τα 320 χιλιόμετρα, όνειρο ζωής για τον επαρχιώτη ποδοσφαιριστή, που επιτέλους έβλεπε τις καταστάσεις να παίρνουν το δρόμο τους…
Ο Παρασκευάς Πίτσος ήταν καθαρό σέντερ φορ από τη στιγμή που πρωτοκλώτσησε το τόπι στις αλάνες της ποδοσφαιρομάνας Τρίκκης. Γεννημένος στην Σκλάταινα -ή Ρίζωμα όπως αποκαλείται πλέον-, ένα μικρό γραφικό χωριό νότια των Τρικάλων, φάνηκε από νωρίς ότι ο δρόμος που θα ακολουθούσε θα ήταν η μεγάλη και φωτισμένη λεωφόρος του ποδοσφαίρου. Μέτριος έως κακός μαθητής, μόνιμα κοπανατζής και ανορθόγραφος. Δεν τον νοιάζανε τα γράμματα και οι τέχνες, παρά μόνο να παίζει ποδόσφαιρο με τα άλλα παιδιά του χωριού. Και ήταν καλός. Πολλλύ καλός. Πάντα όποιος κέρδιζε στο “πατητό” τον διάλεγε πρώτο και ήταν πάντα ο αρχηγός της ομάδας. Η μητέρα του τον παρακαλούσε να διαβάζει ώστε να καλλιεργήσει και το πνεύμα του, αλλά αυτός μόνιμα με μία μπάλα να πηγαίνει πάνω -κάτω στις πλατείες και τις στρούγκες του χωριού. “Θα μεγαλώσεις και θα γίνς ντουγάν’ Βούλη μου, άνοιξ’ κανά βιβλίο γιέ μου” του φώναζε κάθε μέρα η κυρά-Τασούλα και κάθε μέρα ο Βούλης γυρνούσε αργά το απόγευμα σπίτι, έτρωγε τρία φρέσκα αυγά από το κοτέτσι τους και ξαναέφευγε για παιχνίδι. Και το μυαλό του ήταν εκεί, στη στρογγυλή θεά. Το δωμάτιο του μικρού Παρασκευά ήταν γεμάτο με αφίσες όλων των ινδαλμάτων του. Ζλάτκο Ζάχοβιτς, Νέρι Καστίγιο, Ζε Ελίας, Στράτος Παπουτσέλης, Αντρέα Παλομπαρίνι. Ήταν όλοι εκεί.... και το όνειρο του Παρασκευά ολοένα και μεγάλωνε στην άδολη κι αχόρταγη παιδική καρδιά του. Το "λιμάνι" ήταν το όνειρο του....
Στα 15 του, ενώ έπαιζε στην τοπική ομάδα Α.Ο. Ριζώματος τον βρήκε τυχαία ένας κυνηγός ταλέντων. Το παιχνίδι ήταν ΑΟΡ - Δόξα Κρανίτσας και ο Παρασκευάς σκόραρε χατ-τρικ και έδωσε τη νίκη στην ομάδα του. Ο σκάουτερ τον προσέγγισε κατευθείαν και τον έπεισε να έρθει και να υπογράψει στον Α.Ο. Τρικάλων. Ο Παρασκευάς ξεχώρισε σαν τη μύγα μες στο γιαούρτι και μόλις 3 χρόνια μετά μετακινήθηκε στον Εδεσσαϊκό, λογιζόμενος ως πουλέν του αντιπρόεδρου της ομάδας Άκη Μάτσιου. Το επόμενο βήμα στην καριέρα του έγινε πριν λίγους μήνες. Ο Παρασκευάς Πίτσος βρέθηκε στα 24 του πλέον να προπονείται με την “μεγάλη ομάδα της πρωτεύουσας που πλέον δεν αγωνίζεται στην Super League”. Όχι ακριβώς το όνειρο του δηλαδή, αλλά σάματις κι ο ΤΕΡΑΣΤΙΟΣ Κώστας Μανωλάς έτσι δεν ξεκίνησε;
Το ταξίδι συνεχιζόταν, αλλά τώρα ο Παρασκευάς έπρεπε να αποδείξει πολλά και να δικαιώσει αυτούς που του έδωσαν αυτή την ευκαιρία…
Σε έναν εντελώς διαφορετικό από αυτόν του Παρασκευά κόσμο, έναν κόσμο πιο λαμπερό και κοσμοπολίτικο, από τη χλιδή και το μπουρζουά της υπόθεσης, γεννήθηκε και μεγάλωσε η Μαριβίκη Καλλέργη. Κόρη του μεγαλοδικηγόρου Κίμωνα Καλλέργη, της γνωστής οικογενείας νομικών, η Μαριβίκη μεγάλωσε σε ένα “γυάλινο” περιβάλλον, γεμάτο ανέσεις, φρου-φρου και αρώματα, γαλλικά και πιάνο, τιμόν και πούμπα. Η ζωή κυλούσε ξένοιαστα, χωρίς τα προβλήματα της καθημερινότητας, χωρίς δυσκολίες, χωρίς όμως και κανένα ενδιαφέρον, καμία εξέλιξη καμία αλλαγή, με ένα μέλλον προδιαγεγραμένο για την Μαριβίκη, μιας και δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει κάτι διαφορετικό από την αυστηρή παράδοση που κατείχει η οικογένεια της εδώ και αιώνες. Από τους νοταράδες του Αυτοκράτορα Λέωντα του Σοφού, στους δικηγόρους Καλλέργηδες που μια τους απόφαση εκεί σταις Αγγλίαις, μπορούσε να καθορίζει τη μοίρα δεκάδων ναυτιλιακών εταιριών, έτσι και η Μαριβίκη, έπρεπε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και των παραδόσεων της οικογένειας. Η αρχή είχε ήδη γίνει, μιας και είχε ολοκληρώσει τον κύκλο των δευτεροβάθμιων σπουδών της στο φημισμένο Αρσάκειο κολλέγιο, όπως και οι πρόγονοί της, φυσικά σαν αριστούχος και πρωτεύσασα, μετ’επαίνων και υποτροφία για το εξωτερικό. Η ίδια, σε πείσμα του πατέρα της Κίμωνα, διάλεξε την Νομική Αθηνών, όπου και πέρασε πρώτη, με 25.000 μόρια (είχε βλέπετε επιπλέον μόρια λόγω του ότι ήταν πρωταθλήτρια στην Ιππασία, και το badminton). Ο αυστηρός πατέρας ήθελε η κόρη του να σπουδάσει στο Yale όπως και αυτός, αλλά τουλάχιστον τώρα ήταν σίγουρος ότι ούσα στην Αθήνα, η Μαριβίκη θα παραμείνει υπό την επιρροή του, και δεν θα παρεκκλίνει από τους στόχους που είχε θέσει η οικογένεια.
Από μικρή η Μαριβίκη ήταν ένα παιδί γεμάτο περιέργεια. Την έλκυε το διαφορετικό, το παράξενο, το... απαγορευμένο, που θα λεγε και θεά Βίσση. Αν και αποκομμένη από κάθε τι μη-μεγαλοαστό, που την έχανες που την έβρισκες, το αθώο βλέμμα της ήταν στραμμένο σε κάποιο πτωχό παιδί του Γαλατσίου, κάποιον τυχάρπαστο μικροαστό των Αμπελοκήπων να πίνει φρεντάκι στην Πανόρμου, κάποια μπασκλάς κοπελιά στην Ερμού να ψωνίζει, κι όλα αυτά τυχαία, καθώς διέσχιζαν τους δρόμους των Αθηνών με την Bentley του μπαμπά, κατευθυνόμενοι προς Βουλιαγμένη για ένα γρήγορο μπάνιο. Αυτό ο κρυφός πόθος για το λαικό, το άξεστο, την είχε οδηγήσει μέχρι και να μάθει απλά πρωτευουσιάνικα, μια διάλεκτο μη επιτρεπτή στον Οίκο των Καλλέργηδων. Ο πατέρας της είχε επιβάλλει "πρόστιμο" σε όποιον τολμούσε να ξεστομίσει έστω μια λέξη από αυτή την αποτρόπαια διάλεκτο, βάζοντας τον να παρακολουθήσει τους τελικούς κρίκετ Ινδίας μέχρι πέρατος! Και φυσικά κάτι τέτοιο σήμαινε αυτόματος "αποκλεισμός" από οποιαδήποτε συμμετοχή στα Epsom Derby και γενικά οποιοδήποτε σκέλος του Triple Crown. Ο απόλυτος όνειδος για έναν Καλλέργη....
"Ηθική αυτουργός" για το παράπτωμα αυτό της Μαριβίκης, ήταν η κολλητή της από μικρό παιδί, Τζοάνα. Οι γονείς της Μαριβίκης δεν την συμπαθούσαν ιδιαίτερα. Λίγο το όνομα της που θύμιζε τριτοτέταρτη κομμώτρια από το Περιστέρι, λίγο το ότι από την πλευρά του πατέρα της είχε κατά ένα τέταρτο καταγωγή από Μανωλιάσα, δεν ήθελαν και πολύ. Και τα λεγε η μητέρας της Μαριβίκης, Ελισάβετ Βονδιλάγκη, του γνωστού Οίκου των Βονδιλάγκηδων, στην φίλη της Αμαλία: "Χρυσή μου, μα πως μπορείς; Ο Ναθαναήλ δεν είναι "καθαρός"... ακούς εκεί Μανωλιάσα...". Όμως η Αμαλία δεν άκουγε με τίποτα. 10 ολόκληρα χρόνια χρειάστηκαν ο Αναξίμανδρος και η Βερονίκη Καστέλλη να χωνέψουν το γεγονός ότι, αν και βαθύπλουτος μετά από πολύ προσωπικό αγώνα, στα 28 του ο Ναθαναήλ δεν ήταν απόλυτα ευγενής...
Έτσι λοιπόν η μικρή Μαριβίκη, κατάφερε κι έμαθε τα απλά πρωτευουσιάνικα, με μεγάλη δυσκολία, καθώς μια τέτοια διάλεκτος απαιτεί εξάσκηση στην προφορά, και ξεφεύγει από τον αμφιβραχύ δεκαπεντασύλλαβο στο οποίο είχε συνηθίσει να εκφράζεται, σε απλό, λαϊκό ιαμβικό πεντασύλλαβο. Κάτι τέτοιο φυσικά απαιτούσε και ώρες ατελείωτες μακριά από το οποιονδήποτε στενό της πρόσωπο.
Η Τζοάνα επέμενε όμως. Η ίδια της, χάρη στην χρήση αυτής της διαλέκτου και φυσικά όντας μακριά από την επίβλεψη των δικών της, κατάφερε και συνευρέθει με άτομο εκτός του κύκλου. Ήταν ένας Χαλανδριώτης, ο οποίος την είχε μπανίσει σε κάποιο καφέ στο Καπανδρίτι, όπου τυχαία βρέθηκε με το Γκολφάκι του, γιατί είχε χάσει το δρόμο για Χαλκούτσι που χε κανονίσει να πάει με κολλητάρια για γυμνισμό. Ωστόσο στον ελάχιστο χρόνο που είχαν στη διάθεση τους, δεν κατάφεραν να προχωρήσουν και πολύ την σχέση τους, παρόλα αυτά κατάφεραν κάτι που για μια κοπέλα της κλάσης της Τζοάνας ήταν σχεδόν ανήκουστο: συνομίλησαν για πάνω από 10λεπτο, με συνοδεία καπουτσίνο σε καφέ ιθαγενών μαρουσιωτών, κάπου στο The Mall.
Αυτό ήταν αρκετό για την Μαριβίκη. Ήθελε κι αυτή να ζήσει την περιπέτεια, το άγνωστο, το.... απαγορευμένο που λέει και η θεάρα Βίσση. Πως θα ξέφευγε όμως από την συνεχή και αυστηρή επίβλεψη των γονιών;
Συνεχίζεται....
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου