Του το έπιασε....
… το ρετσινόκολο που είχε ετοιμάσει, κατά τον παραδοσιακό τουμπιώτικο τρόπο, και δειλά δειλά, δοκίμασε μερικές στάλες από το νέκταρ αυτό, που τόσο έδειχνε να λατρεύει ο αγαπημένος της. “Αχ Κορνήλιε, μου θυμίζει ένα Moscato bianco που χα δοκιμάσει κάποτε στο πανηγύρι του Αγίου Μάμα στη Χαλκιδική…” αναφώνησε αμέσως η Στέισι. Ο Κορνήλιος όμως δεν έδωσε σημασία. Ήταν το 89ο λεπτό της αναμέτρησης κι ο Αναστασιάδης αποφάσισε να βάλει το Λίνο για να ενισχύσει τη μεσαία γραμμή και να ανατρέψει το εις βάρος του αποτέλεσμα. Ακούστηκε από κάποιον οπαδό ότι πριν μπει στον αγωνιστικό χώρο ο Λίνο είπε στον προπονητή του: “Κόουτς, να μπει να βάλει ντέσερα γκολ να κερντίζομε, ή ντρία να κάνει ισοπαλία;” Ο διάλογος αυτός αρχικά φάνηκε να χαροποιεί την κερκίδα, η Στέισι όμως, ίσως από ένστικτο, ίσως από την απέλπιδη προσπάθεια να κερδίσει τον αγαπημένο της, σηκώθηκε όρθια, μια εμπριμέ οπτασία στη μαυρίλα της ‘4’, και φώναξε: “Που πας με Λίνο μωρή ντακότα; κολλύριο για τα μάτια θα χρειαστούμε!”. Οι φωνές άξαφνα πάγωσαν, δεν ακούγονταν πια συνθήματα, νεκρική σιγή και η Στέισι “κοκκαλωμένη” πλέον, κοιτούσε τον Κορνήλιο ο οποίος όμως δε μπορούσε να τη βοηθήσει. Όμως, χωρίς να το περιμένει, η φωνή του οργανωτή ήρθε να την καθησυχάσει: “Πες τα μωρή! Ρε καλόγερε Αναστασιάδη, άστα κομποσκοίνια και τα πετραχήλια και πες τον Κλάους να πάρει το γκώλο του να παίξει!” Αυτό ήταν. Γκολ από την σέντρα. Ο Κορνήλιος ήταν για πάντα δικός της…..
Το σκορ έμεινε το ίδιο. Τα αισθήματα του Κορνήλιου όμως είχαν αλλάξει. Τη θέση της παντελούς αδιαφορίας πήρε ένα αίσθημα θαυμασμού και σεβασμού για την νεαρή που τόλμησε να επαναστατήσει εκεί που τόσοι και τόσοι μαντράχαλοι δεν το κάναν ποτές. Και ίσως.. ίσως.. ίσως ένα ακόμα αίσθημα, ένα αίσθημα πιο δυνατό από όλα τα άλλα μαζί, που τα πάντα νικά κι όλα τα κακά σκορπά. Αγάπη.
Ήθελε να την κάνει δική του εδώ και τώρα αλλά ήξερε ότι έπρεπε όλα να γίνουν σωστά.
“Θες να πάμε να τσιμπήσουμε κάτι;” ρώτησε καθώς βγαίνανε από το γήπεδο.
“Θέλω..” απάντησε η Στέισι, νιώθοντας ήδη πιο οικεία μαζί του μετά από ότι συνέβη στο “ναό”.
“Τι προτιμάς, γύρο ή κρύο σάντουιτς;”
“Μμμ, νομίζω γύρο!”
“Μωράκι είσαι πολύ τυχερή, ξέρω ένα καταπληκτικό μαγαζί εδώ κοντά! ...Δεν σε πείραξε που σε είπα μωράκι, έτσι;” ρώτησε αμήχανα.
Ο Κορνήλιος είχε μαλακώσει και η Στέισι το κατάλαβε αμέσως αυτό.
"Νομίζω ότι είναι εντάξει”, είπε και χαμογέλασε τρυφερά.
“Στο Express λοιπόν!” φώναξε γελώντας ο οικοδόμος και ξεκινήσανε για τον πιο νόστιμο γύρο στα κάρβουνα που θα γευόταν ποτέ η Στέισι.
Σε λίγη ώρα είχαν φτάσει, και οι πρώτες ενδείξεις πως επρόκειτο για τον καλύτερο γύρο της πόλης [citation needed], εμφανίστηκαν: αυτή η αξεπέραστη ευωδία, τουμπιώτικου γύρου, με αναλογία ποιότητας, 80 σάπιο 20 λίπος, έγινε αισθητή….
“Αχ μωρό μου είχες δίκιο, πρώτη φορά έρχομαι σε επαφή με κάτι τέτοιο…”, δήλωσε όλο ενθουσιασμό η Στέισι.
“Ένα τόσο ευαίσθητο μπουμπούκι σαν εσένανε, δε θα άξιζε τίποτε λιγότερο Στέισι”, είπε με την σαγηνευτική αρρενωπή φωνή του, 3 οκτάβες πιο μπάσα από το κανονικό, και αμέσως παρήγγειλε 2 πίτα γύρο απ’όλα με έξτρα μπούκοβο και σως πάπρικα. Σαν αποτέλεσμα, η Στέισι, ένιωσε μια ευχάριστη κρύα αύρα, που τις δημιούργησε ανατριχίλες σε όλο της το κορμί. Ένα ευχάριστο συναίσθημα, στην αντίθεση της κοσμοπολίτικης λαύρας που έκαιγε την γύρω περιοχή.
“Σ’έχω καταλάβει ότι σου αρέσουν πικάντικες καταστάσεις μωρό μου, κι εγώ είμαι άντρας που ξηγιέται στα ίσια από την αρχή: Το γύρο μου και το κορίτσι μου τα θέλω λαδωμένα και καυτά”. Με αυτό το “καυτά”, με το μακρόσυρτο κι αισθησιακό τράβηγμα της λέξης, ο Κορνήλιος της είχε δώσει να καταλάβει πως ΑΥΤΉ, ήταν η νύχτα τους. Η νύχτα που αυτές οι δυο τόσο μόνες και τόσο μελαγχολικές ψυχές, θα γινόντουσαν ένα, κάτω από τα φώτα της Νύφης του Θερμαικού, ανάμεσα σε μυρωδιές πικάντικες από τα ντελικατέσεν εδέσματα που προσφέρει τόσο απλόχερα η Κάτω Τούμπα, στα γεμάτα έρωτα και πόθο νεαρά ζευγάρια….
“Ο γύρος ήταν όντως πολύ καλός!”, είπε η Στέισι ρουφώντας μία γουλιά ρετσίνα Γεωργιάδη από το ποτήρι της.
“Στο είπα ότι είναι το καλύτερο κρέας που θα φας” απάντησε τολμηρά ο Κορνήλιος και της έκλεισε το μάτι.
“Νομίζω ότι θα πάρω άλλη μία ρετσίνα για να το χωνέψω αυτό που είπες”, αποκρίθηκε τάχα θιγμένη η hairstylist, όπως της άρεσε να αυτοαποκαλείται, και παρήγγειλε άλλο ένα πράσινο μπουκάλι νέκταρ.
Ο Κορνήλιος φοβήθηκε για μια στιγμή ότι το τράβηξε πολύ.. Ένα τέταρτο αργότερα και αφού είχε ήδη πληρώσει το λογαριασμό με τα τίμια χρήματά του, σηκώνοντας από το τραπέζι συναντάει το προτεταμένο χέρι της Στέισι.
“Και τώρα;” τον ρώτησε με μάτια όλο νόημα.
“Ας περπατήσουμε”, αποκρίθηκε ο Κορνήλιος, μόνο και μόνο για να την τυραννήσει -και τον εαυτό του μαζί- λίγο ακόμα.
Η οδός Παπάφη φωτίζονταν από το γλυκό κιτρινωπό φως των κολόνων δεξιά και αριστερά και ένα δροσερό αεράκι είχε πάρει τη θέση του λίβα που φυσούσε λίγες ώρες πριν. Είχε νυχτώσει πλέον για τα καλά και τα τσιμέντα των οικοδομών είχαν ήδη ξεράσει όση ζέστη είχαν συσσωρεύσει κατά τη διάρκεια της καυτής μέρας. Το καλοκαίρι στην πόλη της Θεσσαλονίκης δεν είναι και ό,τι καλύτερο, αλλά σήμερα ο καιρός έπαιζε ένα ευχάριστο παιχνίδι, συνωμοτώντας με έναν έρωτα που ήταν έτοιμος να γεννηθεί. Τα φύλλα των δέντρων χόρευαν νωχελικά σε έναν αργό και ερεθιστικό ρυθμό που τους έδινε ο ασθενής άνεμος, σαν μικροσκοπικά πράσινα σώματα που λικνίζονταν ακούγοντας bachata. Το νεαρό ζευγάρι δεν μίλαγε, αλλά επικοινωνούσε, δεν έτρεχε, αλλά βιαζόταν. Ο Κορνήλιος έσπασε την παρατεταμένη σιωπή:
“Έδώ πιο πέρα είναι το σπίτι μου, μήπως θέλεις να πιούμε μια μπύρα;”
“Ναι!” απάντησε πιο γρήγορα από ότι νομισε η Στέισι.
Το σπίτι του Κορνήλιου, ήταν αρκετά μίνιμαλ. Μια πολυκατοικία, με τα χαρακτηριστικά 80’s γνωρίσματα, τότε που ο άδολος σοσιαλισμός του ΠΑΣΟΚ ήταν εμφανής παντού. Το εσωτερικό του σπιτιού προιδέαζε τον επισκέπτη για το ποιόν του νοικοκύρη: καναπές ξύλινος με κάλυμα βελέντζα, δώρο της μάνας στο νέο σπιτικό του γιού στην πόλη, μια βιβλιοθήκη γεμάτη διάφορα μπιμπελό, τα περισσότερα μπομπονιέρες, σουβενίρ από διάφορους γάμους, μια κακοζωγραφισμένη νεκρή φύση από κορνιζάδικο στον τοίχο, κι ένα τραπεζάκι ΙΚΕΑ, το καμάρι του, όπως έλεγε ο Κορνήλιος. Η Στέισι ένιωσε τόσο βολικά, σα να ζούσε από πάντα εδώ….
“Κάθισε”, είπε κάπως αναποφάσιστα ο Κορνήλιος, μιας και ξέροντας πως είχε πιτσικάρει λίγο το ένα πόδι του καναπέ, φοβόταν μη τυχόν δημιουργήσει κακή εντύπωση στην Στέισι από κάποιο χαριτωμένο “ατύχημα”.
“Πάω να φέρω τις μπυρίτσες μας, ελπίζω να σου αρέσει η Άμστελ…” είπε και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα.
“Είναι η μάρκα μου!” αποκρίθηκε χαμογελώντας η Στέισι, και ακούμπησε τα χέρια της σταυρωτά πάνω στα πόδια της.
Ο Κορνήλιος επέστρεψε με τις 2 δυο μπύρες και 2 ποτήρια Asterix, δώρο της nutella, που τόσο αγαπούσε να παίρνει με το πρωινό του. Αφού σέρβιρε και τους δύο, σκέφτηκε για μερικά δευτερόλεπτα, την πρόποση του, και είπε:
“I am the Gate!” και γέλασε φέρνοντας το ποτήρι στα χείλη του. Η Στέισι δεν πολυκατάλαβε την πρόποση του Κορνήλιου, όμως χαμογέλασε αμήχανα και ήπιε την πρώτη της γουλιά….
“Λοιπόν Στέισι, θα σου μιλήσω ξεκάθαρα… Κοπέλες σαν κι εσένα δεν υπάρχουν στην πιάτσα, δεν διάλεξα τυχαία να βγω ραντεβού μαζί εξάλλου…”
“Αχ Κορνήλιε, δεν ξέρω τι να πω…” αποκρίθηκε η Στέισι, “... δεν έχω και πολλές εμπειρίες από ραντεβού….”
“‘’χχ αγάπη μου, θα σε μάθω κάτι εμπειρίες, θα σε κάνω εγώ κοπέλα μου λαμπάδα!”
Τότε ήταν που η Στέισι συνειδητοποίησε με ποιον είχε να κάνει… Πλέον ήταν σίγουρη πως ο άνδρας που είχε απέναντι της, αυτός ο δαίμονας με το αγγελικό πρόσωπο, ήταν ξεκάθαρα αυτό που περίμενε όλη της ζωή, κι αυτό την τρέλαινε από πόθο και ηδονή.
Χωρίς δισταγμό ο Κορνήλιος την άρπαξε και σχεδόν αμέσως ξεκίνησε να τη φιλάει στο λαιμό, χαιδεύοντας της τα πόδια. Η καυτή από το μπούκοβο ανάσα του, έκανε τα λαιμά της να ιδρώνουν κι αυτό την έφτιαχνε ακόμα πιο πολύ. Ο Κορνήλιος, μη μπορώντας πια να κρύβει επιμελώς την ανυπόφορη καύλαν του, της έβγαλε αργά αργά τα ρούχα…
“Τώρα τώρα τώρα, σε θέλω μανάρι μου!” βροντοφώναξε και ήταν η στιγμή που την έστηνε στα τέσσερα και κατέβαζε την μπεζ κιλότα, ότι πιο σέξυ και συνάμα σεμνό μπορούσε να βρει η Στέισι στην γκαρνταρόμπα της. Κατεβάζοντας κι ο ίδιος το παντελόνι του, έδειξε αμέσως τις προθέσεις του, με τον “ανδρισμό” του, να είναι ερεθισμένος, και έτοιμος να κατακτήσει το “σύμπαν” της. Κάθε ρομαντισμός είχε πια χαθεί, αλλά αυτό δεν απασχολούσε τη Στέισι. Τον ήθελε πολύ, τον ήθελε απεγνωσμένα, ήθελε να την κάνει δική του, να την κατακτήσει σαν πολύτιμο τρόπαιο, όπως αυτό που κατά πάσα πιθανότητα θα έχανε και φέτος ο ΠΑΟΚ. Ο Κορνήλιος όμως, επιφύλασε κάτι το εντελώς πρωτόγνωρο για την Στέισι. Έχοντας την στα τέσσερα, βύθισε το είναι του, στην πίσω πόρτα της, η οποία ήταν “όαση” για τον “πυρακτομένο” από ηδονή εγωισμό του και για τις πρωτόγονες ορέξεις του οργισμένου αναβάτη της. Ναι. Η Στέισι ήταν πλέον σίγουρη, είχε να κάνει με έναν πρωταθλητή Οθωμανικού δικαίου, έναν αδηφάγο κατακτητή, έναν κουρσάρο της ηδονής….
“Μη φοβάσαι μικρή μου, μπορεί να με βλέπεις σαν ένα απάνθρωπο κτήνος, έναν ανελέητο γητευτή των αισθήσεων. Και ίσως να είμαι…” είπε ο Κορνήλιος και συνέχισε να επιδίδεται με ξέφρενο ρυθμό, σε μια ανίερη ερωτική πράξη, η οποία όμως είχε συνεπάρει την Στέισι στη σκοτεινή της αγκαλιά. Αναστέναζε όλο πάθος, καθώς ο Κορνήλιος κινούνταν παλινδρομικά μέσα της, μην αφήνοντας της περιθώρια να αντιδράσει, κρατώντας το κεφάλι της με το πρόσωπο στο μαξιλάρι, κάνοντας, την μέχρι πρότινος απαγορευμένη είσοδο της, να μοιάζει με μυρμηγκοφωλιά που βαριανασαίνει…. Το αντικείμενο του πόθου της, ήταν αρκετά προικισμένο, είχε ακούσει άλλωστε για την λεβεντομάνα πεδιάδα του Κιλκίς, και τώρα ένα τέτοιο παλικάρι δάμαζε την πολύτιμη γυναικεία της φύση…
“Μη σταματάς να με παίρνεις Κορνήλιε…”, τόλμησε να ψελλίσει η Στέισι…. Ο Κορνήλιος όμως είναι ένας άντρας που δεν δέχεται διαταγές, ούτε ανέχεται κουβεντολόι στο κρεβάτι κι αμέσως η Στέισι ένιωσε με περίσσεια δύναμη την παλάμη του στο δεξί οπίσθιο της, κάνοντας το να κοκκινίσει και την ίδια να βογκήξει από ηδονή. Ήθελε να φωνάξει, να του ζητήσει να τη χτυπήσει ξανά και ξανά, κάτι που δεν είχε επιτρέψει ποτέ σε κανέναν, όμως μπρος σε τέτοιον επιβήτορα, ήταν διατεθειμένη να υποκύψει στα πάντα. “Χτύπα με κι άλλο… υπέταξε με… ξεφτίλισε με άντρακλα μου!!!” ούρλιαξε η Στέισι, καθώς δε μπορούσε να κρατηθεί άλλο. Ένα ρίγος διαπερνούσε όλο της το κορμί, ένα ρίγος που ξεκινούσε από τις άκρες των ποδιών κι έφτανε μέχρι τα νύχια της ψυχής της. Αυτό που λαχταρούσε, αυτό που αναζητά κάθε γυναίκα από τον έρωτα της ζωής της, ήταν πλέον έτοιμο να γίνει πραγματικότητα:
το όνειρο του πολλαπλού οργασμού ήταν πια προ τον πυλών!
Ο Κορνήλιος, μετρ του είδους, αναγνώρισε αμέσως τα σημάδια που πρόδιδαν την επερχόμενη έκρηξη θηλυκότητας της Στέισι και “κατεβάζοντας τρίτη” ετοιμάστηκε για μία τελευταία “γκαζιά”. Όντας μεγάλος φίλος των γρήγορων αυτοκινήτων, των φαρδιών ζαντολάστιχων και των φωτών τεχνολογίας Neon, χρησιμοποιούσε συχνά την οδηγική διάλεκτο όταν αναφερόταν σε γυναίκες και ότι είχε να κάνει με αυτές. Κατ’αυτόν, η Στέισι είχε μεγάλους “αερόσακους” και η “πίσω κίνησή” της ήταν εξαιρετική. Τώρα λοιπόν ήταν η ώρα να τερματίσει το κοντέρ της συντρόφου του…
Αυξάνοντας το ρυθμό και την ταχύτητα των κινήσεων του και ακριβώς πριν “πιάσει κόφτη”, δάκρυα χαράς άρχισαν να κυλούν στα μάτια της Στέισι, καθώς ξεσπούσε σε δυνατές κραυγές ηδονής και αγαλίασης. Το σώμα της σπαρταρούσε σαν ψάρι έξω απ’ το νερό, σαν τρεμάμενο μικρό παιδί στη θέα του Michael Jackson. Η φωνή της έβγαινε με το ζόρι πλέον και αν τα χέρια της δεν ήταν “δεμένα” πίσω από την πλάτη της, θα ήθελε να χειροκροτήσει με όση δύναμη της είχε απομείνει.
“Γι’αυτό χειροκροτήστε τον….”, σκέφτηκε να παραφράσει τον αγαπημένο Έλληνα καλλιτέχνη και χαμογέλασε μέσα της.
Έχοντας ολοκληρώσει, και νιώθωντας αδύναμη, σα να την έχει εγκαταλείψει η ίδια της η ψυχή, η Στέισι ξάπλωσε τ’ανάσκελα αντικρίζοντας για πρώτη φορά τον “ανδρισμό” του Κορνηλίου. Έμεινε με το στόμα ανοιχτό, αποσβωλομένη τελείως, καθώς δεν είχε ξαναδεί ποτέ της κάτι τέτοιο….
“Μ’ έχεις τρελάνει μανίτσα, κοντεύω να εκραγώ!” αναφώνησε ο Κορνήλιος, κρατώντας το “εργαλείο” του στα χέρια του…
“Είμαι έτοιμη να δεχτώ το νέκταρ σου μωρό μου… ολοκλήρωσε πάνω μου…” ίσα που πρόλαβε να πει η Στέισι στον αγαπημένο της, μιας κι αυτός πλησίασε προς το πρόσωπο της κραδαίνοντας το διεγερμένο μόριο του. Και τότε… με μια κίνηση, μια ερωτική “ζαριά”, ο Κορνήλιος ολοκλήρωσε, αφήνωντας μια κραυγή υπέρτατης ηδονής και απόγνωσης ταυτόχρονα, σε μια στιγμή η οποία φάνηκε να κρατάει αιώνες στα μάτια της Στέισι, η οποία δέχτηκε τα πολύτιμα υγρά του, στο απαλό σαν μέλι, πρόσωπο της. Αυτό ήταν… Ένας μεγάλος έρωτας γεννήθηκε, σε ένα μικρό δωμάτιο, σε ένα λάγνο κρεβάτι, ποτισμένο από τον ιδρώτα και τον έρωτα δυο κατάφορα καυλωμένων νέων. Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα, εκεί ψηλά στον Υμηττό, εκεί, εκεί, στη Β’ εθνική….
“Μέσα από αναστεναγμούς έρχονται γλυκά δεινά απόψε…”
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου